βλωμός

βλωμός
Grammatical information: m.
Meaning: `piece of bread' (Call.),
Compounds: ὀκτά-βλωμος (Hes. Op. 442) s. Hofinger, Ant. class. 36 (1967) 457ff..
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Not to βλέει in καβλέει H. (s. βλέτυες). Cf. ψωμός, but etym. unknown.
Page in Frisk: 1,246

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βλωμός — morsel masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωμός — ο (Α βλωμός) νεοελλ. τροφή που έχει μασηθεί και αναμιχθεί στο στόμα με σάλιο αρχ. μικρό κομμάτι ψωμιού, μπουκιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η λ. σχηματίστηκε πιθ. κατά το ψωμός, που έχει την ίδια σημασία, ενώ η υποτεθείσα σύνδεση με τη γλώσσα του… …   Dictionary of Greek

  • βλωμοῖς — βλωμός morsel masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωμοί — βλωμός morsel masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλωμοῦ — βλωμός morsel masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένθεση — η (AM ἔνθεσις) [εντίθημι] η πράξη και το αποτέλεσμα τού ενθέτω*, παρεμβολή, επένθεση, εισαγωγή νεοελλ. 1. εντοίχιση, ενδόμηση 2. ναυτ. «ένθεση λέμβων» η απόθεση μέσα στο πλοίο τών λέμβων που είναι κρεμασμένες έξω αρχ. 1. το κομμάτι ψωμιού που… …   Dictionary of Greek

  • κατάποση — η (Α κατάποσις) [καταπίνω] το να καταπίνει κάποιος, το κατάπιομα νεοελλ. φυσιολ. η λειτουργία με την οποία ο βλωμός κατέρχεται από την κοιλότητα τού στόματος διά μέσου τού οισοφάγου στο στομάχι αρχ. το όργανο με το οποίο γίνεται η κατάποση, ο… …   Dictionary of Greek

  • οκτάβλωμος — ὀκτάβλωμος, ον (Α) (για άρτο) αυτός που αποτελείται από οκτώ βλωμούς, από οκτώ μπουκιές («ἄρτον δειπνήσας, τετράτρυφον, ὀκτάβλωμον», Ησίοδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὀκτα (βλ. λ. οκτώ) + βλωμός «μπουκιά»] …   Dictionary of Greek

  • τρίβλωμος — ον, Μ αυτός που αποτελείται από τρεις βλωμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι * + βλωμός «μικρό κομμάτι ψωμιού, μπουκιά»] …   Dictionary of Greek

  • gel-2 and gʷel- —     gel 2 and gʷel     English meaning: to devour     Deutsche Übersetzung: “verschlingen”     Note: the form with gʷ presumably after Osthoff IF. 4, 287, Zupitza Gutt. 86 through hybridization from gel with gʷer .     Material: A. certainly gel… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.